ζύμη

ἡ ζύμη закваска, кислое тесто; перен. дух той или иной группы (напр., применительно к фарисеям)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ζύμη" в других словарях:

  • ζύμη — η (AM ζύμη) όξινο φύραμα αλευριού το οποίο, όταν αναμιχθεί με μεγάλη μάζα αλευριού και νερού, προκαλεί τη ζύμωσή της, προζύμι, μαγιά νεοελλ. 1. το μίγμα από αλεύρι και νερό, το ζυμάρι 2. μτφ. το ψυχικό φύραμα κάθε ατόμου, η μάζα τών ψυχικών του… …   Dictionary of Greek

  • ζύμη — η 1. προζύμι, μαγιά: Δε γίνεται ψωμί χωρίς ζύμη. 2. ζαχαρομύκητες που προκαλούν την αλκοολική ζύμωση. 3. ποιότητα ψυχική: Δεν είναι φτιαγμένος από καλή ζύμη. 4. παράγοντας που προκαλεί την εμφάνιση σειράς γεγονότων: Οι δηλώσεις του προέδρου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζύμη — ζύ̱μη , ζύμη leaven fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζύμῃ — ζύ̱μῃ , ζύμη leaven fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζύμη — [зими] ουσ. θ. тесто …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ζυμώνω — (AM ζυμῶ, όω, Μ και ζυμώνω) 1. αναμιγνύω αλεύρι ή άλλο αμυλώδες υλικό με νερό, μαλάσσω το μίγμα για να δημιουργηθεί μάζα πηχτή («ζυμώνω ψωμί») 2. αναμιγνύω οποιαδήποτε ύλη με νερό καθιστώντας την πολτώδη («ζυμώνω γύψο») 3. παρασκευάζω μίγμα με… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • λινόλεουμ — Βιομηχανικό προϊόν που χρησιμοποιείται ευρύτατα για πατώματα και επενδύσεις. Το επινόησε και το παρασκεύασε για πρώτη φορά ο Άγγλος Φρέντερικ Γουόλτον το 1863. Το λ. αποτελείται κυρίως από λινέλαιο αναμεμειγμένο με ρητίνες και ειδικότερα με… …   Dictionary of Greek

  • Ферменты — Модель фермента нуклеозидфосфорилазы Ферменты, или энзимы (от лат. f …   Википедия

  • Биокатализаторы — Модель фермента нуклеозид фосфорилазы Ферменты или энзимы (от лат. fermentum, греч. ζύμη, ἔνζυμον  дрожжи, закваска)  обычно белковые молекулы или молекулы РНК или их комплексы, ускоряющие (катализирую …   Википедия

  • Фермент — Модель фермента нуклеозид фосфорилазы Ферменты или энзимы (от лат. fermentum, греч. ζύμη, ἔνζυμον  дрожжи, закваска)  обычно белковые молекулы или молекулы РНК или их комплексы, ускоряющие (катализирую …   Википедия

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.